Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrelevant
01
άσχετος, ασήμαντος
having no importance or connection with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irrelevant
συγκριτικός βαθμός
more irrelevant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His personal anecdotes were irrelevant to the topic of the lecture.
Οι προσωπικές του ανεκδόσεις ήταν άσχετες με το θέμα της διάλεξης.
Λεξικό Δέντρο
irrelevant
relevant
relev



























