Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsequential
01
ασήμαντος, ασήμαντο
lacking significance or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconsequential
συγκριτικός βαθμός
more inconsequential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The typo in the report was inconsequential and did not affect the overall message.
Το τυπογραφικό λάθος στην αναφορά ήταν ασήμαντο και δεν επηρέασε το γενικό μήνυμα.
02
ασήμαντος, ανεπίσημος
not following something according to a rule or argument
Παραδείγματα
His comment was inconsequential to the discussion, as it didn't address the main issue.
Το σχόλιό του ήταν ασήμαντο για τη συζήτηση, καθώς δεν αντιμετώπιζε το κύριο ζήτημα.
Λεξικό Δέντρο
inconsequential
consequential
consequent
consequ



























