Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arduous
01
επίπονος, κουραστικός
requiring so much effort, mostly physical, that will cause exhaustion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arduous
συγκριτικός βαθμός
more arduous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Building the house from scratch was an arduous undertaking.
Η κατασκευή του σπιτιού από το μηδέν ήταν μια επίπονη προσπάθεια.
02
επίπονος, κουραστικός
requiring a lot of mental effort and hard work
Παραδείγματα
The research became an arduous job.
Η έρευνα έγινε μια επίπονη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
arduously
arduousness
arduous



























