Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intensely
01
έντονα, ακραία
to a very great or extreme extent or degree
Παραδείγματα
The competition between the two companies intensified intensely in recent months.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο εταιρειών εντείνεται έντονα τους τελευταίους μήνες.
Παραδείγματα
She intensely hoped for a positive outcome.
Ελπίζει έντονα για ένα θετικό αποτέλεσμα.
Παραδείγματα
The pain in his leg throbbed intensely after the injury.
Ο πόνος στο πόδι του χτυπούσε έντονα μετά τον τραυματισμό.
2.1
έντονα, επιμελώς
with extreme effort or concentration
Παραδείγματα
They discussed the issue intensely during the meeting.
Συζήτησαν το θέμα έντονα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
intensely
intense



























