Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intensely
01
έντονα, ακραία
to a very great or extreme extent or degree
Παραδείγματα
The pressure on the pipes increased intensely, risking a burst.
Η πίεση στους σωλήνες αυξήθηκε έντονα, διακινδυνεύοντας να σκάσει.
Παραδείγματα
She intensely disliked any form of confrontation.
Απέχθανε έντονα κάθε μορφή αντιπαράθεσης.
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The fire was burning intensely, consuming everything in its path.
Η φωτιά έκαιγε έντονα, καταναλώνοντας όλα στο πέρασμά της.
2.1
έντονα, επιμελώς
with extreme effort or concentration
Παραδείγματα
She studied intensely for the final exams.
Μελέτησε έντονα για τις τελικές εξετάσεις.
Λεξικό Δέντρο
intensely
intense



























