Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
advertently
01
σκόπιμα, εκ προμελέτης
in a way that shows deliberate attention or intention
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She advertently avoided mentioning the sensitive topic during the meeting.
Αποφεύγει σκόπιμα να αναφέρει το ευαίσθητο θέμα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
inadvertently
advertently
advertent
advert
adverse



























