Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intensifier
01
ενισχυτής, εντατικοποιητής
a word or phrase that is used to emphasize or strengthen the meaning of another word or phrase in a sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intensifiers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
intensifier
intensify
intense



























