Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inflate
01
φουσκώνω, γεμίζω με αέρα ή αέριο
to make something full by air or gas
Transitive: to inflate an expandable object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inflate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inflates
ενεστώτα μετοχή
inflating
απλός αόριστος
inflated
παθητική μετοχή
inflated
Παραδείγματα
He inflated the balloon by blowing air into it until it reached its maximum size.
Φούσκωσε το μπαλόνι φυσώντας αέρα μέχρι να φτάσει στο μέγιστο μέγεθός του.
02
φουσκώνω, υπερβάλλω
to increase something significantly or excessively
Transitive: to inflate a price
Παραδείγματα
He inflated his estimate of the project's cost, hoping to secure more funding than necessary.
Υπερτίμησε την εκτίμησή του για το κόστος του έργου, ελπίζοντας να εξασφαλίσει περισσότερη χρηματοδότηση από όση ήταν απαραίτητη.
03
φουσκώνω, διευρύνομαι
to expand or become swollen with air or gas
Intransitive
Παραδείγματα
The balloon inflated gradually as air was pumped into it, growing larger with each passing moment.
Το μπαλόνι φούσκωσε σταδιακά καθώς αντλούνταν αέρας μέσα σε αυτό, μεγαλώνοντας με κάθε περνώσα στιγμή.
04
φουσκώνω, υπερβάλλω
to make something seem more impressive or important than it actually is
Transitive: to inflate a fact
Παραδείγματα
The politician tried to inflate his accomplishments during the campaign speech.
Ο πολιτικός προσπάθησε να μεγαλοποιήσει τα επιτεύγματά του κατά την ομιλία της εκστρατείας.
05
φουσκώνω, αυξάνω
to increase the supply of currency or credit in an economy, leading to a rise in prices of goods and services
Transitive: to inflate the economy or a currency
Παραδείγματα
The central bank decided to inflate the currency to stimulate economic growth.
Η κεντρική τράπεζα αποφάσισε να φουσκώσει το νόμισμα για να τονώσει την οικονομική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
inflatable
inflated
inflater
inflate
infl



























