in-joke
in
ɪn
in
joke
ʤəʊk
jewk
Baroqueconvokeprovokebespoke

Ορισμός και σημασία του "in-joke"στα αγγλικά

01

εσωτερικό αστείο, ιδιωτικό αστείο

a joke or reference understood only by a specific group, often based on shared experiences or knowledge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
in-jokes
Παραδείγματα
The sitcom featured many in-jokes that only longtime fans of the series would understand, adding an extra layer of humor for dedicated viewers. 

Η κωμική σειρά περιελάμβανε πολλά εσωτερικά αστεία που θα καταλάβαιναν μόνο οι παλιοί θαυμαστές της σειράς, προσθέτοντας ένα επιπλέον στρώμα χιούμορ για τους αφοσιωμένους θεατές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store