in-law
in
ɪn
in
law
lɔ:
law
guffawstrawmacawthaw

Ορισμός και σημασία του "in-law"στα αγγλικά

01

πεθερός, συγγενής με γάμο

a person who is related to someone by marriage 
in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
in-laws
Παραδείγματα
His in-laws are visiting for the holidays. 

Οι πεθερικοί του επισκέπτονται για τις διακοπές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store