in-law
Pronunciation
/ɪnˈɫɔ/

Ορισμός και σημασία του "in-law"στα αγγλικά

01

πεθερός, συγγενής με γάμο

a person who is related to someone by marriage
in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
in-laws
Παραδείγματα
She introduced her in-laws to her parents.
Συνέστησε τους πεθερικούς της στους γονείς της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store