apparent
a
ə
ē
ppa
ˈpæ
rent
rənt
rēnt
appetent

Ορισμός και σημασία του "apparent"στα αγγλικά

01

εμφανής, ορατός

easy to see or notice 
apparent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apparent
συγκριτικός βαθμός
more apparent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His apparent discomfort was evident from his body language. 

Η προφανής δυσφορία του ήταν εμφανής από τη γλώσσα του σώματός του.

02

φαινομενικός, τεχνητός

seeming to be true but not necessarily 
Παραδείγματα
The apparent solution to the problem turned out to be ineffective. 

Η φαινομενική λύση του προβλήματος αποδείχθηκε αναποτελεσματική.

Λεξικό Δέντρο

apparently
apparentness
unapparent
apparent
appar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store