seeming
see
ˈsi:
si
ming
mɪng
ming
seepingseeing

Ορισμός και σημασία του "seeming"στα αγγλικά

01

φαινομενικός, φαινόμενος

appearing to be something based on how it looks, but not necessarily true 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seeming
συγκριτικός βαθμός
more seeming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His seeming confidence hid his nervousness. 

Η φαινομενική του αυτοπεποίθηση κρύβει το νευρικό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store