Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seeming
01
φαινομενικός, φαινόμενος
appearing to be something based on how it looks, but not necessarily true
Παραδείγματα
The seeming contradiction in his words made us question his intentions.
Η φαινομενική αντίφαση στα λόγια του μας έκανε να αμφισβητήσουμε τις προθέσεις του.
Λεξικό Δέντρο
seemingly
seeming
seem



























