seeker
see
ˈsi:
si
ker
seeder

Ορισμός και σημασία του "seeker"στα αγγλικά

01

αναζητητής, ερευνητής

a person actively looking for something, such as truth, knowledge, opportunity, or direction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seekers
Παραδείγματα
The job seeker submitted applications to dozens of companies. 

Ο αναζητών εργασίας υπέβαλε αιτήσεις σε δεκάδες εταιρείες.

02

αναζητητής, σύστημα καθοδήγησης

a guided weapon system that moves toward a target using emitted signals 
Παραδείγματα
The heat-seeker locked onto the jet's exhaust plume. 

Ο αναζητητής θερμότητας κλειδώθηκε στην πτέρυγα εξάτμισης του αεριωθούμενου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store