Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seeker
01
αναζητητής, ερευνητής
a person actively looking for something, such as truth, knowledge, opportunity, or direction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seekers
Παραδείγματα
The job seeker submitted applications to dozens of companies.
Ο αναζητών εργασίας υπέβαλε αιτήσεις σε δεκάδες εταιρείες.
02
αναζητητής, σύστημα καθοδήγησης
a guided weapon system that moves toward a target using emitted signals
Παραδείγματα
The heat-seeker locked onto the jet's exhaust plume.
Ο αναζητητής θερμότητας κλειδώθηκε στην πτέρυγα εξάτμισης του αεριωθούμενου.
Λεξικό Δέντρο
seeker
seek



























