seeker
Pronunciation
/ˈsikɝ/

Ορισμός και σημασία του "seeker"στα αγγλικά

01

αναζητητής, ερευνητής

a person actively looking for something, such as truth, knowledge, opportunity, or direction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seekers
Παραδείγματα
The refugee was a seeker of safety and stability.
Ο πρόσφυγας ήταν ένας αναζητητής ασφάλειας και σταθερότητας.
02

αναζητητής, σύστημα καθοδήγησης

a guided weapon system that moves toward a target using emitted signals
Παραδείγματα
Modern seekers combine multiple sensors for improved accuracy and resistance to countermeasures.
Οι σύγχρονοι αναζητητές συνδυάζουν πολλούς αισθητήρες για βελτιωμένη ακρίβεια και αντίσταση σε αντιμέτρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store