Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seeker
01
αναζητητής, ερευνητής
a person actively looking for something, such as truth, knowledge, opportunity, or direction
Παραδείγματα
The refugee was a seeker of safety and stability.
Ο πρόσφυγας ήταν ένας αναζητητής ασφάλειας και σταθερότητας.
02
αναζητητής, σύστημα καθοδήγησης
a guided weapon system that moves toward a target using emitted signals
Παραδείγματα
Modern seekers combine multiple sensors for improved accuracy and resistance to countermeasures.
Οι σύγχρονοι αναζητητές συνδυάζουν πολλούς αισθητήρες για βελτιωμένη ακρίβεια και αντίσταση σε αντιμέτρα.
Λεξικό Δέντρο
seeker
seek



























