seep
seep
sip
σιπ
/sˈiːp/

Ορισμός και σημασία του "seep"στα αγγλικά

to seep
01

διαρρέω, στάζω

to slowly leak or pass through small openings
Intransitive
to seep definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
seep
γ΄ ενικό πρόσωπο
seeps
ενεστώτα μετοχή
seeping
απλός αόριστος
seeped
παθητική μετοχή
seeped
Παραδείγματα
The aroma of coffee seeped through the house, waking everyone up.
Το άρωμα του καφέ διέρρευσε σε όλο το σπίτι, ξυπνώντας όλους.

Λεξικό Δέντρο

seeping
seep
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store