Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seep
01
διαρρέω, στάζω
to slowly leak or pass through small openings
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
seep
γ΄ ενικό πρόσωπο
seeps
ενεστώτα μετοχή
seeping
απλός αόριστος
seeped
παθητική μετοχή
seeped
Παραδείγματα
Water seeped through the cracks in the basement walls during heavy rain.
Το νερό διέρρευσε μέσα από τις ρωγμές στους τοίχους του υπογείου κατά τη διάρκεια της ισχυρής βροχής.



























