appealing
a
ə
ē
ppea
ˈpi:
pi
ling
lɪng
ling
appallingappeasingappearing

Ορισμός και σημασία του "appealing"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, ελκυστικός

pleasing and likely to arouse interest or desire 
appealing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appealing
συγκριτικός βαθμός
more appealing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite her simple attire, there was something undeniably appealing about her natural beauty. 

Παρά την απλή της ενδυμασία, υπήρχε κάτι αδιαμφισβήτητα γοητευτικό στην φυσική της ομορφιά.

02

ικετευτικός, παρακαλιανός

showing a need for help 
Παραδείγματα
At the meeting's end, she cast an appealing look toward her colleagues, silently asking someone to cover her shift. 

Στο τέλος της συνάντησης, έριξε μια ικετευτική ματιά προς τους συναδέλφους της, ζητώντας σιωπηρά από κάποιον να καλύψει τη βάρδιά της.

Λεξικό Δέντρο

appealingly
appealingness
unappealing
appealing
appeal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store