Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apparition
01
φάντασμα, οπτασία
the visible form or appearance of a ghost or spirit of someone who has died
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
apparitions
Παραδείγματα
A pale apparition appeared at the end of the hallway.
Μια χλωμή εμφάνιση εμφανίστηκε στο τέλος του διαδρόμου.
02
εμφάνιση, φανέρωση
the sudden or unexpected appearance of someone or something
Παραδείγματα
The apparition of the ship on the horizon gave them hope.
Η εμφάνιση του πλοίου στον ορίζοντα τους έδωσε ελπίδα.
03
φάντασμα, οπτασία
something that seems real to the senses but has no physical reality
Παραδείγματα
The oasis in the desert was only an apparition.
Η όαση στην έρημο ήταν μόνο μια εμφάνιση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
apparitional
apparition



























