Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appalling
01
τρομερός, σοκαριστικός
so shocking or unexpected that it causes strong emotional reactions like disbelief or horror
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appalling
συγκριτικός βαθμός
more appalling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Witnesses described the aftermath of the explosion as truly appalling.
Οι μάρτυρες περιέγραψαν τις συνέπειες της έκρηξης ως πραγματικά τρομακτικές.
Λεξικό Δέντρο
appallingly
appalling
appall



























