appall
a
ə
α
ppall
ˈpɔl
πολ
/ɐpˈɔːl/
appal

Ορισμός και σημασία του "appall"στα αγγλικά

to appall
01

συγχύζω, τρομάζω

to shock or horrify someone, causing them to feel alarmed or deeply unpleasantly surprised
Transitive: to appall sb
to appall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
appall
γ΄ ενικό πρόσωπο
appalls
ενεστώτα μετοχή
appalling
απλός αόριστος
appalled
παθητική μετοχή
appalled
Παραδείγματα
The extent of the environmental damage caused by the oil spill appalled environmentalists worldwide.
Το μέγεθος της περιβαλλοντικής ζημιάς που προκλήθηκε από τη διαρροή πετρελαίου σάστισε τους περιβαλλοντολόγους παγκοσμίως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store