Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appall
01
συγχύζω, τρομάζω
to shock or horrify someone, causing them to feel alarmed or deeply unpleasantly surprised
Transitive: to appall sb
Παραδείγματα
The extent of the environmental damage caused by the oil spill appalled environmentalists worldwide.
Το μέγεθος της περιβαλλοντικής ζημιάς που προκλήθηκε από τη διαρροή πετρελαίου σάστισε τους περιβαλλοντολόγους παγκοσμίως.
Λεξικό Δέντρο
appalled
appalling
appall



























