Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appall
01
συγχύζω, τρομάζω
to shock or horrify someone, causing them to feel alarmed or deeply unpleasantly surprised
Transitive: to appall sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
appall
γ΄ ενικό πρόσωπο
appalls
ενεστώτα μετοχή
appalling
απλός αόριστος
appalled
παθητική μετοχή
appalled
Παραδείγματα
The graphic images of the accident appalled the witnesses, leaving them horrified.
Οι γραφικές εικόνες του ατυχήματος σόκαραν τους μάρτυρες, αφήνοντάς τους τρομοκρατημένους.
Λεξικό Δέντρο
appalled
appalling
appall



























