Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appalling
01
τρομερός, σοκαριστικός
so shocking or unexpected that it causes strong emotional reactions like disbelief or horror
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appalling
συγκριτικός βαθμός
more appalling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, events
Παραδείγματα
The news of the sudden collapse of the bridge was appalling to the entire community.
Η είδηση της ξαφνικής κατάρρευσης της γέφυρας ήταν συγκλονιστική για όλη την κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
appallingly
appalling
appall



























