Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gird
01
περικυκλώνω, ζωντανεύω
to encircle or bind with something round, often for support or protection
Transitive: to gird a place or area
Παραδείγματα
The workers chose to gird the tree trunk with a protective barrier to prevent damage during construction.
Οι εργάτες επέλεξαν να περιβάλλουν τον κορμό του δέντρου με ένα προστατευτικό φράγμα για να αποφευχθούν ζημιές κατά τη διάρκεια της κατασκευής.
02
προετοιμάζομαι, ζωνοφοριέμαι
to mentally or physically prepare for a difficult or demanding task or challenge
Intransitive: to gird for a challenge
Transitive: to gird oneself for a challenge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gird
γ΄ ενικό πρόσωπο
girds
ενεστώτα μετοχή
girding
απλός αόριστος
girded
παθητική μετοχή
girded
Παραδείγματα
The soldiers girded for battle, knowing the fight ahead would be tough.
Οι στρατιώτες προετοιμάστηκαν για τη μάχη, γνωρίζοντας ότι η μάχη μπροστά θα ήταν σκληρή.
03
ζώνω, τυλίγω
to wrap or secure a belt, band, or similar item around someone or something
Transitive: to gird a person or body part
Παραδείγματα
He girded his waist with a leather belt before stepping out.
Ζώστηκε τη μέση του με μια δερμάτινη ζώνη πριν βγει.
Λεξικό Δέντρο
girder
undergird
gird



























