Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ghastly
01
φρικτός, τρομακτικός
extremely unpleasant, shocking, or horrifying in appearance, nature, or effect
Παραδείγματα
He told a ghastly story that left everyone pale and silent.
Αφηγήθηκε μια φρικτή ιστορία που άφησε όλους χλωμούς και σιωπηλούς.
02
μακάβριος, λυγερός
gruesomely indicative of death or the dead
Παραδείγματα
The hiker appeared ghastly after being lost in the wilderness for days, his skin clammy and his lips trembling with exhaustion.
Ο πεζοπόρος φαινόταν ωχρός αφού χάθηκε στην άγρια φύση για μέρες, το δέρμα του υγρό και τα χείλη του τρέμοντας από κούραση.



























