fierce
fierce
fɪəs
fies
piercebierce

Ορισμός και σημασία του "fierce"στα αγγλικά

01

άγριος, μ' ευθύς

having or displaying aggressiveness 
fierce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fiercest
συγκριτικός βαθμός
fiercer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fierce tiger bared its teeth and growled at the intruder in its territory. 

Η άγρια τίγρη έδειξε τα δόντια της και γρύλισε στον εισβολέα στην επικράτειά της.

02

άγριος, έντονος

very strong or intense 
Παραδείγματα
The fierce competition between the two teams led to a thrilling match. 

Ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο ομάδων οδήγησε σε ένα συναρπαστικό αγώνα.

03

άγριος, τολμηρός

showing bold confidence or an assertive style 
αργκό
Παραδείγματα
She walked into the room with a fierce attitude, owning her bold fashion choices with confidence. 

Μπήκε στο δωμάτιο με μια άγρια στάση, κατέχοντας τις τολμηρές μοδάτες επιλογές της με αυτοπεποίθηση.

04

εξαιρετικός, υπέροχος

(Irish) very good, excellent, or outstanding 
αργκό
Παραδείγματα
The concert was fierce, everyone loved it. 

Η συναυλία ήταν υπέροχη, όλοι την αγάπησαν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store