barbaric
bar
bɑ:
baa
ba
ˈbæ
ric
rɪk
rik
hieraticpindaricanabaticdiabatic

Ορισμός και σημασία του "barbaric"στα αγγλικά

01

βάρβαρος, άγριος

behaving in a cruel or uncivilized manner 
barbaric definition and meaning
Παραδείγματα
The barbaric dictator ruthlessly suppressed dissent and committed atrocities against their own people. 

Ο βάρβαρος δικτάτορας καταπίεσε ανηλεώς τη διαφωνία και διέπραξε θηριωδίες εναντίον του ίδιου του του λαού.

02

βάρβαρος, άγριος

(of actions, conditions, etc.) savagely cruel, brutal, or uncivilized 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barbaric
συγκριτικός βαθμός
more barbaric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The regime’s barbaric treatment of prisoners shocked the world. 

Η βάρβαρη μεταχείριση των κρατουμένων από το καθεστώς σόκαρε τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store