Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barbaric
01
βάρβαρος, άγριος
behaving in a cruel or uncivilized manner
Παραδείγματα
The barbaric dictator ruthlessly suppressed dissent and committed atrocities against their own people.
Ο βάρβαρος δικτάτορας καταπίεσε ανηλεώς τη διαφωνία και διέπραξε θηριωδίες εναντίον του ίδιου του του λαού.
02
βάρβαρος, άγριος
(of actions, conditions, etc.) savagely cruel, brutal, or uncivilized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barbaric
συγκριτικός βαθμός
more barbaric
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, society
Παραδείγματα
The regime’s barbaric treatment of prisoners shocked the world.
Η βάρβαρη μεταχείριση των κρατουμένων από το καθεστώς σόκαρε τον κόσμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
barbaric
barbar



























