Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barbaric
01
βάρβαρος, άγριος
behaving in a cruel or uncivilized manner
Παραδείγματα
Her barbaric behavior towards her employees created a toxic work environment.
Η βάρβαρη συμπεριφορά της απέναντι στους υπαλλήλους της δημιούργησε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον.
02
βάρβαρος, άγριος
(of actions, conditions, etc.) savagely cruel, brutal, or uncivilized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barbaric
συγκριτικός βαθμός
more barbaric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dictator ’s barbaric methods silenced any opposition with ruthless force.
Οι βάρβαρες μέθοδοι του δικτάτορα σίγησαν κάθε αντιπολίτευση με αδίστακτη βία.
Λεξικό Δέντρο
barbaric
barbar



























