Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exquisitely
01
εξαιρετικά όμορφα, με αξιοθαύμαστη τεχνική
in a way that shows exceptional beauty, refinement, or craftsmanship
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The necklace was exquisitely designed with tiny emeralds.
Το κολιέ ήταν εξαιρετικά σχεδιασμένο με μικρούς σμαραγδιούς.
02
εξαιρετικά, νοστιμότατα
in a way that involves strong or acute emotional or physical sensation
Παραδείγματα
The loss was exquisitely painful, leaving him speechless.
Η απώλεια ήταν εξαιρετικά επώδυνη, αφήνοντάς τον άφωνο.
2.1
εξαιρετικά, με οξύτητα αντίληψης
in a way that demonstrates keen awareness, responsiveness, or discernment
Παραδείγματα
She responded exquisitely to the subtlest changes in tone.
Απάντησε εξαιρετικά στις πιο λεπτές αλλαγές στον τόνο.
Λεξικό Δέντρο
exquisitely
exquisite



























