Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exquisitely
01
εξαιρετικά όμορφα, με αξιοθαύμαστη τεχνική
in a way that shows exceptional beauty, refinement, or craftsmanship
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The furniture was exquisitely carved from dark mahogany.
Τα έπιπλα ήταν εξαιρετικά σκαλισμένα από σκούρο μαόνι.
02
εξαιρετικά, νοστιμότατα
in a way that involves strong or acute emotional or physical sensation
Παραδείγματα
Their joy was exquisitely intense after years of waiting.
Η χαρά τους ήταν εξαιρετικά έντονη μετά από χρόνια αναμονής.
2.1
εξαιρετικά, με οξύτητα αντίληψης
in a way that demonstrates keen awareness, responsiveness, or discernment
Παραδείγματα
Her judgment was exquisitely balanced between fairness and firmness.
Η κρίση της ήταν εξαιρετικά ισορροπημένη μεταξύ δικαιοσύνης και σταθερότητας.
Λεξικό Δέντρο
exquisitely
exquisite



























