Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expurgate
01
εξαγνίζω, λογοκρίνω
to remove some parts of a writing because it might offend people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expurgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expurgates
ενεστώτα μετοχή
expurgating
απλός αόριστος
expurgated
παθητική μετοχή
expurgated
Παραδείγματα
The government required the author to expurgate sensitive political references before granting approval for publication.
Η κυβέρνηση απαίτησε από τον συγγραφέα να εξαλείψει τις ευαίσθητες πολιτικές αναφορές πριν από την έγκριση για δημοσίευση.
Λεξικό Δέντρο
expurgated
expurgation
expurgator
expurgate
expurg



























