expurgate
ex
ˈɛks
εκσ
pur
pər
παρ
gate
ˌgeɪt
γκειτ
/ˈɛkspəˌɡeɪt/

Ορισμός και σημασία του "expurgate"στα αγγλικά

to expurgate
01

εξαγνίζω, λογοκρίνω

to remove some parts of a writing because it might offend people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expurgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expurgates
ενεστώτα μετοχή
expurgating
απλός αόριστος
expurgated
παθητική μετοχή
expurgated
Παραδείγματα
The government required the author to expurgate sensitive political references before granting approval for publication.
Η κυβέρνηση απαίτησε από τον συγγραφέα να εξαλείψει τις ευαίσθητες πολιτικές αναφορές πριν από την έγκριση για δημοσίευση.

Λεξικό Δέντρο

expurgated
expurgation
expurgator
expurgate
expurg
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store