Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expunge
01
διαγράφω, σβήνω
to remove something, often by erasing or crossing it out
Transitive: to expunge part of a writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expunge
γ΄ ενικό πρόσωπο
expunges
ενεστώτα μετοχή
expunging
απλός αόριστος
expunged
παθητική μετοχή
expunged
Παραδείγματα
The editor expunged the unnecessary paragraphs from the manuscript.
Ο επιμελητής διέγραψε τις περιττές παραγράφους από το χειρόγραφο.
02
διαγράφω, εξαλείφω
to completely eliminate something
Transitive: to expunge sth
Παραδείγματα
The lawyer managed to expunge the criminal record from his client's file.
Ο δικηγόρος κατάφερε να διαγράψει το ποινικό μητρώο από το αρχείο του πελάτη του.
Λεξικό Δέντρο
expunging
expunge



























