Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expunge
01
διαγράφω, σβήνω
to remove something, often by erasing or crossing it out
Transitive: to expunge part of a writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expunge
γ΄ ενικό πρόσωπο
expunges
ενεστώτα μετοχή
expunging
απλός αόριστος
expunged
παθητική μετοχή
expunged
Παραδείγματα
The teacher asked the students to expunge the incorrect answers and write the correct ones.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να διαγράψουν τις λανθασμένες απαντήσεις και να γράψουν τις σωστές.
02
διαγράφω, εξαλείφω
to completely eliminate something
Transitive: to expunge sth
Παραδείγματα
The goal was to expunge any trace of his former association with the company.
Ο στόχος ήταν να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ίχνος της προηγούμενης σχέσης του με την εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
expunging
expunge



























