to expunge
ex
ˈɪks
iks
punge
pʌnʤ
panj
grungespongeplungelunge

Ορισμός και σημασία του "expunge"στα αγγλικά

to expunge
01

διαγράφω, σβήνω

to remove something, often by erasing or crossing it out 
Transitive: to expunge part of a writing
to expunge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expunge
γ΄ ενικό πρόσωπο
expunges
ενεστώτα μετοχή
expunging
απλός αόριστος
expunged
παθητική μετοχή
expunged
Παραδείγματα
The teacher asked the students to expunge the incorrect answers and write the correct ones. 

Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να διαγράψουν τις λανθασμένες απαντήσεις και να γράψουν τις σωστές.

02

διαγράφω, εξαλείφω

to completely eliminate something 
Transitive: to expunge sth
Παραδείγματα
The goal was to expunge any trace of his former association with the company. 

Ο στόχος ήταν να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ίχνος της προηγούμενης σχέσης του με την εταιρεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

expunging
expunge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store