Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expurgate
01
εξαγνίζω, λογοκρίνω
to remove some parts of a writing because it might offend people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expurgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expurgates
ενεστώτα μετοχή
expurgating
απλός αόριστος
expurgated
παθητική μετοχή
expurgated
Παραδείγματα
Certain chapters were expurgated to make the novel more suitable for younger readers.
Ορισμένα κεφάλαια εξαλείφθηκαν για να γίνει το μυθιστόρημα πιο κατάλληλο για νεαρούς αναγνώστες.
Λεξικό Δέντρο
expurgated
expurgation
expurgator
expurgate
expurg



























