to expurgate
ex
ˈɛks
εκσ
pur
πα
gate
ˌgeɪt
γκειτ

Ορισμός και σημασία του "expurgate"στα αγγλικά

to expurgate
01

εξαγνίζω, λογοκρίνω

to remove some parts of a writing because it might offend people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expurgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expurgates
ενεστώτα μετοχή
expurgating
απλός αόριστος
expurgated
παθητική μετοχή
expurgated
Παραδείγματα
Certain chapters were expurgated to make the novel more suitable for younger readers. 

Ορισμένα κεφάλαια εξαλείφθηκαν για να γίνει το μυθιστόρημα πιο κατάλληλο για νεαρούς αναγνώστες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

expurgated
expurgation
expurgator
expurgate
expurg
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store