expansive
ex
ˈɪks
iks
pan
pæn
pān
sive
sɪv
siv
explosiveextensiveexpensive

Ορισμός και σημασία του "expansive"στα αγγλικά

01

ευρύς, εκτεταμένος

covering a large physical area 
expansive definition and meaning
Παραδείγματα
The expansive desert stretched out as far as the eye could see. 

Η απέραντη έρημος εκτεινόταν όσο φτάνει το μάτι.

02

επεκτάσιμος, ελαστικός

able to increase in size or volume 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expansive
συγκριτικός βαθμός
more expansive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The expansive fabric of the new athletic wear stretched comfortably during exercise. 

Το επεκτάσιμο ύφασμα της νέας αθλητικής ενδυμασίας τεντώθηκε άνετα κατά τη διάρκεια της άσκησης.

03

ευρύς, εκτεταμένος

broad in scope or influence 
Παραδείγματα
The library’s expansive collection included books from every genre. 

Η ευρεία συλλογή της βιβλιοθήκης περιελάμβανε βιβλία από κάθε είδος.

3.1

πολυτελής, μεγαλοπρεπής

overflowing with luxury, variety, and grandeur 
Παραδείγματα
Their expansive living included a sprawling estate, private jets, and exotic vacations. 

Η πολυτελής ζωή τους περιλάμβανε μια αχανή έκταση, ιδιωτικά αεροπλάνα και εξωτικές διακοπές.

04

φιλόξενος, κοινωνικός

having a generous and friendly personality with a willingness to engage in conversations 
Παραδείγματα
Her expansive nature made her the perfect host, as she effortlessly struck up conversations with everyone at the party. 

Η εκπεταστική της φύση την έκανε την τέλεια οικοδέσποινα, καθώς άρχιζε συζητήσεις με όλους στο πάρτι χωρίς κόπο.

05

ενθουσιασμένος, μεγαλειώδης

exhibiting extreme euphoria and sense of self-importance 
Παραδείγματα
His expansive behavior during the meeting made everyone uneasy, as he boasted about unrealistic achievements. 

Η εκρηκτική του συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της συνάντησης έκανε όλους να νιώθουν άβολα, καθώς καυχιόταν για μη ρεαλιστικά επιτεύγματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store