pleasant
Pronunciation
/ˈplɛzənt/

Ορισμός και σημασία του "pleasant"στα αγγλικά

01

ευχάριστος, ευτυχισμένος

bringing enjoyment and happiness
pleasant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pleasantest
συγκριτικός βαθμός
pleasanter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sound of birds singing in the morning is a pleasant way to start the day.
Ο ήχος των πουλιών που κελαηδούν το πρωί είναι ένας ευχάριστος τρόπος να ξεκινήσεις την ημέρα.
02

ευχάριστος, συμπαθητικός

(of a person) friendly or likeable
pleasant definition and meaning
Παραδείγματα
The waiter at our favorite restaurant is always pleasant and attentive.
Ο σερβιτόρος στο αγαπημένο μας εστιατόριο είναι πάντα ευχάριστος και προσεκτικός.

Λεξικό Δέντρο

pleasantly
pleasantness
unpleasant
pleasant
please
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store