lovely
lovely
'lʌvli
lavli
livelylonelyloverly

Ορισμός και σημασία του "lovely"στα αγγλικά

01

όμορφος, γοητευτικός

very beautiful or attractive 
Dialectbritish flagBritish
lovely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
loveliest
συγκριτικός βαθμός
lovelier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had a lovely singing voice that captivated the audience. 

Είχε μια υπέροχη φωνή τραγουδιού που γοήτευε το κοινό.

02

γοητευτικός, ευχάριστος

delightful or pleasurable in experience or quality 
lovely definition and meaning
Παραδείγματα
We had a lovely time at the park this afternoon. 

Περνάγαμε μια υπέροχη ώρα στο πάρκο σήμερα το απόγευμα.

03

αξιολάτρευτος, φιλικός

(of a person) very kind, generous, and friendly 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Her mother was a lovely woman. 

Η μητέρα της ήταν μια αξιολάτρευτη γυναίκα.

01

όμορφη, γοητευτική γυναίκα

a beautiful or attractive woman 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lovelies
Παραδείγματα
The photographer chose several young lovelies for the magazine shoot. 

Ο φωτογράφος επέλεξε αρκετές νέες ομορφιές για τη φωτογράφιση του περιοδικού.

02

αγάπη μου, γλυκιά μου

used affectionately to refer to someone dear 
Παραδείγματα
Good morning, my lovely. Did you sleep well? 

Καλημέρα, αγαπητέ μου. Κοιμήθηκες καλά;

01

υπέροχα, όμορφα

done in a way that is visually, emotionally, or aesthetically pleasing 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She sings lovely, with a voice like honey. 

Τραγουδά υπέροχα, με φωνή σαν μέλι.

Λεξικό Δέντρο

loveliness
unlovely
lovely
love
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store