Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loveseat
01
μικρό καναπέ για δύο άτομα, καναπές αγάπης
a small sofa or couch designed for seating two people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loveseats
Παραδείγματα
The loveseat in the corner of the living room is perfect for two people to relax together.
Ο καναπές για δύο στη γωνία του καθιστικού είναι ιδανικός για δύο άτομα να χαλαρώσουν μαζί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
loveseat
love
seat



























