Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loved
01
αγαπημένος, πολύτιμος
feeling cherished, valued, and deeply cared for by others
Παραδείγματα
The rescued cat purred contentedly in its new home, finally feeling loved and safe.
Η διασωθείσα γάτα γουργούριζε ικανοποιημένη στο νέο της σπίτι, αισθανόμενη επιτέλους αγαπημένη και ασφαλής.
Λεξικό Δέντρο
unloved
loved
love



























