loved
loved
lʌvd
lavd
lobed

Ορισμός και σημασία του "loved"στα αγγλικά

01

αγαπημένος, πολύτιμος

feeling cherished, valued, and deeply cared for by others 
loved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loved
συγκριτικός βαθμός
more loved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt loved and appreciated by her family on her birthday. 

Ένιωσε αγαπημένη και εκτιμημένη από την οικογένειά της στα γενέθλιά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store