pleasant
plea
ˈplɛ
ple
sant
zənt
zēnt
peasant

Ορισμός και σημασία του "pleasant"στα αγγλικά

01

ευχάριστος, ευτυχισμένος

bringing enjoyment and happiness 
pleasant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pleasantest
συγκριτικός βαθμός
pleasanter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Reading a good book on a rainy day is one of life's pleasant experiences. 

Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου σε μια βροχερή μέρα είναι μια από τις ευχάριστες εμπειρίες της ζωής.

02

ευχάριστος, συμπαθητικός

(of a person) friendly or likeable 
pleasant definition and meaning
Παραδείγματα
It's always a pleasure to work with her because she is such a pleasant person. 

Είναι πάντα ευχαρίστηση να δουλεύεις μαζί της γιατί είναι τόσο ευχάριστη.

Λεξικό Δέντρο

pleasantly
pleasantness
unpleasant
pleasant
please
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store