Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleasant
01
ευχάριστος, ευτυχισμένος
bringing enjoyment and happiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pleasantest
συγκριτικός βαθμός
pleasanter
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, emotion, sensation
Παραδείγματα
Reading a good book on a rainy day is one of life's pleasant experiences.
Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου σε μια βροχερή μέρα είναι μια από τις ευχάριστες εμπειρίες της ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pleasantly
pleasantness
unpleasant
pleasant
please



























