pleasantry
Pronunciation
/ˈpɫɛzəntɹi/

Ορισμός και σημασία του "pleasantry"στα αγγλικά

01

ευγένεια, φιλικότητα

a polite, casual, an typically friendly remark or exchange
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pleasantries
Παραδείγματα
The pleasantries at the start of the conversation helped ease the tension between them.
Οι ευγένειες στην αρχή της συζήτησης βοήθησαν να χαλαρώσει η ένταση μεταξύ τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store