Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleased
01
ευχαριστημένος, ικανοποιημένος
feeling happy and satisfied with something that has happened or with someone's actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleased
συγκριτικός βαθμός
more pleased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher was pleased with the students' progress.
Ο δάσκαλος ήταν ευχαριστημένος με την πρόοδο των μαθητών.
Λεξικό Δέντρο
displeased
pleased
please



























