pleased
pleased
pli:zd
plizd
pleated

Ορισμός και σημασία του "pleased"στα αγγλικά

01

ευχαριστημένος, ικανοποιημένος

feeling happy and satisfied with something that has happened or with someone's actions 
pleased definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleased
συγκριτικός βαθμός
more pleased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was pleased by the warm welcome he received. 

Ήταν ευχαριστημένος από τη θερμή υποδοχή που έλαβε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store