expatriate
Pronunciation
/ɛkˈspeɪtɹiˌeɪt/, /ɛkˈspeɪtɹiət/

Ορισμός και σημασία του "expatriate"στα αγγλικά

01

εξωτερικός, μετανάστης

a person who lives outside their native country, often by choice, whether for work, lifestyle, or personal reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expatriates
Παραδείγματα
The novel follows the life of an expatriate artist in Paris.
Το μυθιστόρημα ακολουθεί τη ζωή ενός αποδήμου καλλιτέχνη στο Παρίσι.
to expatriate
01

εξορίζω, απελαύνω

to banish or force an individual to live in another country
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expatriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expatriates
ενεστώτα μετοχή
expatriating
απλός αόριστος
expatriated
παθητική μετοχή
expatriated
Παραδείγματα
Some countries may expatriate individuals involved in financial fraud or corruption to face justice.
Ορισμένες χώρες μπορεί να εξορίσουν άτομα που εμπλέκονται σε οικονομικές απάτες ή διαφθορά για να αντιμετωπίσουν τη δικαιοσύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store