Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expatriate
01
εξωτερικός, μετανάστης
a person who lives outside their native country, often by choice, whether for work, lifestyle, or personal reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expatriates
Παραδείγματα
She's a Danish expatriate living in Spain.
Είναι μια Δανέζα αποδημήτρια που ζει στην Ισπανία.
to expatriate
01
εξορίζω, απελαύνω
to banish or force an individual to live in another country
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expatriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expatriates
ενεστώτα μετοχή
expatriating
απλός αόριστος
expatriated
παθητική μετοχή
expatriated
Παραδείγματα
The authoritarian regime decided to expatriate political dissidents who posed a threat to its authority.
Το αυταρχικό καθεστώς αποφάσισε να απελάσει τους πολιτικούς διαφωνούντες που αποτελούσαν απειλή για την εξουσία του.



























