expanded
ex
ˈɪks
iks
pan
pæn
pān
ded
dɪd
did
extendedexploded

Ορισμός και σημασία του "expanded"στα αγγλικά

01

επεκταμένος, διευρυμένος

made bigger in size 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expanded
συγκριτικός βαθμός
more expanded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The expanded highway now includes additional lanes to accommodate more traffic. 

Ο διευρυμένος αυτοκινητόδρομος περιλαμβάνει τώρα πρόσθετες λωρίδες για να φιλοξενήσει περισσότερη κίνηση.

02

επεκταμένος, διευρυμένος

made more comprehensive or extensive, often by including additional details, elements, or features to cover a broader scope 
Παραδείγματα
The expanded edition of the textbook includes new chapters on recent technological advancements. 

Η επιμηκυμένη έκδοση του σχολικού βιβλίου περιλαμβάνει νέα κεφάλαια για τις πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store