Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enlarged
01
υπερτροφικός, μεγεθυμένος
(of an organ or body part) excessively enlarged as a result of increased size in the constituent cells
02
μεγεθυμένος, διευρυμένος
as of a photograph; made larger
03
μεγεθυμένος, διευρυμένος
larger than normal
Παραδείγματα
The fashion designer ’s collection was showcased with enlarged photos of the garments to highlight the intricate fabric patterns.
Η συλλογή του σχεδιαστή μόδας παρουσιάστηκε με μεγεθυμένες φωτογραφίες των ενδυμάτων για να τονίσει τα περίπλοκα σχέδια υφάσματος.
Λεξικό Δέντρο
enlarged
enlarge



























