Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enlarged
01
υπερτροφικός, μεγεθυμένος
(of an organ or body part) excessively enlarged as a result of increased size in the constituent cells
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enlarged
συγκριτικός βαθμός
more enlarged
διαβαθμίσιμο
02
μεγεθυμένος, διευρυμένος
as of a photograph; made larger
03
μεγεθυμένος, διευρυμένος
larger than normal
Παραδείγματα
The architect’s plans included an enlarged living area to accommodate the family’s needs.
Τα σχέδια του αρχιτέκτονα περιλάμβαναν ένα διευρυμένο καθιστικό για να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας.
Λεξικό Δέντρο
enlarged
enlarge



























