entitlement
en
ɪn
in
ti
ˈtaɪ
tai
tle
təl
tēl
ment
mənt
mēnt
enticement

Ορισμός και σημασία του "entitlement"στα αγγλικά

01

δικαίωμα, προνόμιο

a privilege or right that is granted legally 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entitlements
Παραδείγματα
The entitlement of employees to vacation days is outlined in the company policy. 

Το δικαίωμα των εργαζομένων σε ημέρες διακοπών περιγράφεται στην πολιτική της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

entitlement
entitle
title
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store