Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elect
01
εκλέγω, επιλέγω με ψηφοφορία
to choose a person for a specific job, particularly a political one, by voting
Transitive: to elect sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elect
γ΄ ενικό πρόσωπο
elects
ενεστώτα μετοχή
electing
απλός αόριστος
elected
παθητική μετοχή
elected
Παραδείγματα
The citizens of the country are electing new leaders who will shape the future.
Οι πολίτες της χώρας εκλέγουν νέους ηγέτες που θα διαμορφώσουν το μέλλον.
elect
Παραδείγματα
The elect design was chosen for its innovative features and sleek aesthetics.
Ο εκλεγμένος σχεδιασμός επιλέχθηκε για τις καινοτόμες χαρακτηριστικές του και την κομψή αισθητική.
02
εκλεγμένος, πρόσφατα εκλεγμένος
chosen or voted into a public office but not yet officially started serving in that role
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was introduced as the mayor-elect during the press conference.
Παρουσιάστηκε ως ο εκλεγμένος δήμαρχος κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου.
03
εκλεκτός, προορισμένος
(of a person) chosen by God for salvation or divine favor
Παραδείγματα
The elect individuals were called to spread the teachings of faith.
Τα εκλεκτά άτομα κλήθηκαν να διαδώσουν τις διδασκαλίες της πίστης.
Elect
01
οι εκλεκτοί, ο εκλεκτός
a group of people chosen for a special role or status
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elect
Παραδείγματα
The elect gathered for the final decision.
Οι εκλεκτοί συγκεντρώθηκαν για την τελική απόφαση.
Παραδείγματα
The doctrine emphasized God 's choice of the elect.
Η δόγμα τόνισε την επιλογή του Θεού των εκλεκτών.
Λεξικό Δέντρο
elected
election
elective
elect



























